Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2020

Ευαγγελίδη, μία οικογένεια φωτογράφων από τη Μακεδονία. Μέρος δεύτερο: στην Θάσο

 

Ιωάννης Ευαγγελίδης, Ακρωτήρι, Θάσος 1930

Στον Κήρυκα, την ημερήσια πρωινή εφημερίδα της Καβάλας στο φύλλο της 20ής Μαΐου 1930 διαβάζουμε μία ακόμα διαφημιστική καταχώριση του φωτογραφείου Ευαγγελίδη για ένα λεύκωμα με φωτογραφίες της Θάσου.


Το δημοσίευμα αυτό μας επέτρεψε να χρονολογήσουμε τις φωτογραφίες του μικρού λευκώματος της θάσου που έχουμε στην συλλογή του Φωτογραφικού Αρχείου. 

Οι φωτογραφίες είναι διαστάσεων 12x15εκ, κολλημένες σε βαθυπράσινο χαρτόνι διαστάσεων 17x20εκ. 

Ιωάνης Ευαγγελίδης, Γενική άποψη του χωριού του Αγ. Γεωργίου, Θάσος 1930

Ο φωτογράφος αποτυπώνει τα όμορφα τοπία της Θάσου με τρόπο που θα μπορούσαν να γίνουν καρτ ποσταλ, για την προβολή του νησιού σε τουριστικά δημοσιεύματα. Είναι πιθανό ο Ευαγγελίδης να έλαβε κάποια ανάθεση για την φωτογράφιση των καλλονών της Θάσου από το υπουργείο τουρισμού, όμως αυτή η υπόθεση προς το παρόν δεν μπορεί να επαληθευθεί. Δεν έχουμε βρει σχετικά τεκμήρια. 

Ιωάνης Ευαγγελίδης, Λιμενάρια, Θάσος 1930. Πάνω δεξιά διακρίνεται το "Παλατάκι" το εκλεκιστικό κτίριο που στέγαζε τα γραφεία της μεταλλευτική εταιρείας.
  

Ιωάνης Ευαγγελίδης, Γενική άποψη του χωριού Ραχώνι, Θάσος 1930

Ιωάνης Ευαγγελίδης, Σκάλα Ποταμιάς, Θάσος 1930

Στην επόμενη δημοσίευσή μας, στο τρίτο και τελευταίο μέρος, θα εξετάσουμε την παρουσία της οικογένειας Ευαγγελίδη στην Αθήνα. 


Βασιλική Χατζηγεωργίου

Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2020

Ευαγγελίδη, μία οικογένεια φωτογράφων από τη Μακεδονία. Μέρος πρώτο: στην Καβάλα

Όταν αναζητήσει κάποιος σε επαγγελματικό οδηγό της Καβάλας του 1930 τους φωτογράφους που υπήρχαν στην πόλη, θα βρει την παρακάτω καταχώριση.


Ο πρώτος στην αλφαβητική λίστα είναι ο Ιωάννης Ευαγγελίδης, ο γνωστότερος πορτραιτίστας της δεκαετίας του 1930 στην Καβάλα.  Στις εφημερίδες ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ και ΚΗΡΥΞ, υπήρχαν καθημερινά διαφημιστικές αγγελίες του. Το ατελιέ του ήταν γνωστό και ως Φωτο Εύα.



Στο Αρχείο μας έχουμε μόνο δύο δείγματα της τέχνης του Ιωάννη Ευαγγελίδη ως πορτραιτίστα. Ένα γαμήλιο πορτραίτο, και ένα ομαδικό πορτραίτο, τριών νέων γυναικών. Και στις δύο φωτογραφίες τα πρόσωπα, δυστυχώς, μας είναι άγνωστα. 

Ιωάννης Ευαγγελίδης (Φωτό Εύα), Καβάλα π. 1930



Ιωάννης Ευαγγελίδης (Φωτό Εύα), Καβάλα π. 1930


Ο Ευαγγελίδης  φαίνεται πως εφάρμοζε όλες τις τεχνικές της διαφήμισης. Καθημερινές αγγελίες, εκπτώσεις, προσφορές. Οι αναγνώστες των ημερήσιων εφημερίδων στην Καβάλα δεν θα μπορούσαν να μείνουν ασυγκίνητοι στις δελεαστικές διαφημίσεις του Φωτο-Εύα. Είχε καθιερώσει μάλιστα και ετήσιο λαχνό με πρώτο δώρο μία μηχανή Κόντακ, όπως διαβάζουμε στον Κήρυκα.

Κήρυξ, Καβάλα 27/5/1930

 Δεν γνωρίζω εάν κάποιο μέλος της οικογένειας της Καβαλιώτισας γιαγιάς μου στάθηκε τυχερό και κέρδισε στις κληρώσεις του φωτογραφείου, πάντως  υπήρξαν πελάτες του, μια και στο οικογενειακό μου αρχείο υπάρχουν πολλές φωτογραφίες του Ευαγγελίδη, όλες της δεκαετίας του 1930.

Η γιαγιά μου, Βασιλική Παπαδοπούλου, το γένος Γεωργίου Βαλασιάδη, φωτογραφημένη στο στούντιο του Ι. Ευαγγελίδη. Καβάλα 1931. (αρχείο Β. Χατζηγεωργίου) Κάτω δεξιά διακρίνεται η ανάγλυφη σφραγίδα του φωτογράφου: Ευαγγελίδης Καβάλλα την οποία μπορούμε να δούμε σε μεγέθυνση παρακάτω.

 

  Στην αρχή του έτους του 1931 το φωτογραφείο ανακοίνωνε ότι στους πελάτες που θα φωτογραφίζονταν στο ατελιέ του μέχρι το Πάσχα θα διένειμε δώρα συνολικής αξίας 10.000 δρχ, ποσό διόλου ευκατοφρόνητο.   

Διαφημιστική αγγελία του Ι. Ευαγγελίδη στην εφημερίδα ΚΗΡΥΞ της Καβάλας 13/1/1931 


Δεν ήταν όμως μόνον ο Ιωάννης φωτογράφος. Ο εξάδελφός του, Ευάγγελος Ευαγγελίδης, διέπρεπε στην Αθήνα. Στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ της Καβάλας φύλλο 10 Φεβρουαρίου 1932 διαβάζουμε ότι ο Ευάγγελος έφθασε στην πόλη. Αλλά για τον Ευάγγελο Ευαγγελίδη θα μιλήσουμε σε προσεχή δημοσίευση.



Βασιλική Χατζηγεωργίου

Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ







Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Το λεύκωμα της Σόνιας και η χρυσή εποχή της καρτ ποσταλ

Η πιο πρόσφατη δωρεά που δεχθήκαμε στο Φωτογραφικό Αρχείο είναι ένα λεύκωμα με καρτ ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα. Το λεύκωμα ανήκε στην Σοφία (Σόνια) Δουλγέρωφ, γιαγιά της Φανής Α. Βαφιαδάκη το γένος Λάμπρου, η οποία και μας το δώρισε. Η οικογένεια Βαφιαδάκη εδώ και πολλά χρόνια μας δίνει αδιάκοπα, δείγματα φιλίας και εμπιστοσύνης στο έργο μας. Την ευχαριστούμε και από τη θέση αυτή.

Το λεύκωμα συνιστά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των λευκωμάτων της εποχής που προορίζονταν για συλλέκτες καρτ ποστάλ. Στο εξώφυλλο, ο τίτλος με κυριλλική γραφή "Αλμπουμ για καρτ ποστάλ και φωτογραφίες" πλαισιώνεται από διακόσμηση με φυτικά μοτίβα. Στο εσωτερικό το λεύκωμα απαρτίζεται από αμφίπλευρα φύλλα. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν 4 θέσεις για τις καρτ ποστάλ. Αυτές συγκρατούνται πάνω στη σελίδα χάρη στις ειδικές εγκοπές που έχουν γίνει στο χαρτί, δημιουργώντας έτσι γωνίες. Με τον τρόπο αυτό δεν χρησιμοποιείται κόλλα, ούτε κάποιου τύπου κολλητική ταινία. Ο συλλέκτης μπορούσε με ευκολία να αλλάζει θέση στις καρτ ποστάλ. 

Σελίδα του λευκώματος των καρτ ποστάλ της Σόνιας Δουλγέρωφ των αρχών του 20ού αιώνα.


 

Στην φωτογραφία αυτή διακρίνεται ο τρόπος ανάρτησης της καρτ ποστάλ στη σελίδα του λευκώματος με τη βοήθεια των εγκοπών.

 

Η πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα χαρακτηρίσθηκε ως η χρυσή εποχή της καρτ ποστάλ. Οι τεχνολογικές πρόοδοι στην τυπογραφία οδηγούν στην άνθηση μιας βιομηχανίας της καρτ ποστάλ. Τα ταξίδια, χάρη στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων και της ατμοπλοΐας είναι πιο εύκολα και ο εκτεταμένος, αν και όχι ακόμα μαζικός τουρισμός, κάνει την εμφάνισή του. Οι ταξιδιώτες θέλουν να πάρουν αναμνηστικά από τους τόπους που επισκέπτονται και η καρτ ποστάλ είναι το κύριο μέσο που ικανοποιεί αυτή την επιθυμία.

Καρτ ποστάλ ταχυδρομούνται, ανταλλάσσονται, και φυσικά συλλέγονται.  Οι βιβλιοδετικοί οίκοι κατασκευάζουν ειδικά λευκώματα για τη συλλογή και φύλαξή τους, σαν αυτό της Σόνιας.

 


Η οικογένεια Δουλγκέρωφ έμενε στην Οδησσό, είχε όμως συγγενείς στην Αθήνα και στη Μασσαλία. Οι καρτ ποστάλ του λευκώματος απευθύνονται είτε στη Σόνια Δουλγέρωφ είτε στη μητέρα της, Ευφροσύνη (Φωφώ) Δουλγέρωφ το γένος Δούμα. 

 

Ajouter une légende

Καρτ ποστάλ από το Ταϊγάνιο (Ταγκαρόκ), σταλμένη στην Ευφροσύνη Δουλγέρωφ το 1907

 Στην καρτ ποστάλ, αντίθετα με τη φωτογραφία,  η εικόνα θεωρείται το verso (πίσω όψη) ενώ ως recto (πρόσοψη) θεωρείται η πλευρά όπου γράφεται η διεύθυνση. Μέχρι το 1904 απαγορευόταν να γράφει κάποιος το μήνυμά του στο recto της κάρτας. Εκεί γραφόταν μόνο η διεύθυνση του παραλήπτη. Έτσι εξηγείται γιατί συχνά βλέπουμε το κείμενο στο verso  δηλαδή στην πλευρά της εικόνας. Για τον ίδιο λόγο, η εικόνα στις καρτ ποσταλ αυτής της εποχής δεν καταλαμβάνει όλο το χαρτί, αλλά αφήνει περιθώριο γύρω-γύρω, όπως παρατηρούμε και στις καρτ ποσταλ του λευκώματος της Σόνιας, ώστε να γράφει ο αποστολέας τις ευχές και τα χαιρετίσματά του. Αργότερα, έγινε η ειδική διαγράμμιση που χώριζε την κάρτα σε δύο μέρη: το πεδίο για την διεύθυνση του παραλήπτη και το πεδίο για το μήνυμα.  Όταν έγινε αυτό, η εικόνα μπορούσε πλέον να καταλάβει όλο το πίσω μέρος της κάρτας, εφόσον και τα χαιρετίσματα γράφονταν όχι πια στο περιθώριο της εικόνας, αλλά στην άλλη πλευρά.

 

Καρτ ποστάλ από την Αγία Πετρούπολη με παραλήπτη την Σόνια, στη διεύθυνση του θείου της Ιωάννη Δούμα στην Αθήνα.


 

Καρτ ποστάλ με ευχές για το νέο έτος που στέλνουν ο Παναγιώτης και η Σοφία Δαγκλή στην Σόνια, στην Οδησσό.

   

Κλείνουμε τη σύντομη αυτή παρουσίαση του λευκώματος της δωρεάς, με δύο διάσημες σκάλες της Οδησσού. Τη μνημειακή σκάλα του θεάτρου της και την κινηματογραφική σκάλα του "Θωρηκτού Ποτέμκιν" του Αϊζενστάιν.

 

 


 

το κάλυμμα του λευκώματος

 

Σημ. Η Ευφροσύνη Δουλγέρωφ το γένος Δούμα, μητέρα της Σόνιας, πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων στην οργάνωση των νοσοκομείων και στην περίθαλψη των τραυματιών. Στο δελτίο του Ερυθρού Σταυρού με χρονολογία Ιανουάριο 1919, το όνομά της αναφέρεται μεταξύ εκείνων που έλαβαν αργυρό μετάλλιο ως αναγνώριση της προσφοράς τους. 


Βασιλική Χατζηγεωργίου 

Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ






Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ποιητής και ο όσιος. Το οδοιπορικό του Νικόλα Κάλας στον Άθω και η συνάντησή του με τον γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη

  ...στου Όρους τις σταυρόφυτες πλαγιές,*

φθάνουν τρεις νέοι κατά το τέλος της Άνοιξης του 1929. Ο ένας από αυτούς, 22 ετών, είναι φοιτητής της Νομικής στην Αθήνα και τελευταίος γόνος μιας αρχοντικής οικογένειας με μακρά παράδοση: ο Νίκος Καλαμάρης.
Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Καλαμάρης, είναι επιχειρηματίας και πολιτεύεται στη Σύρο με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Η μητέρα του, Ρόζα, είναι η μοναχοκόρη του στρατηγού Αλέξανδρου Καρατζά και πήρε το όνομά της από τη γιαγιά της, Ρόζα Μπότσαρη, κόρη του ήρωα της Επανάστασης Μάρκου Μπότσαρη που με την καλλονή της εντυπωσίασε τις βασιλικές αυλές της Ευρώπης. 

Ο Νίκης, όπως τον φωνάζουν οι φίλοι του, το 1929 είναι ένας νέος με ομορφιά, πνεύμα, σπάνια καλλιέργεια, πλούτο και μαρξιστική ιδεολογία. Πηγαίνει όμως ταπεινός προσκυνητής στο Άγιο Όρος. Εκεί αποτυπώνει με την φωτογραφική του μηχανή τα θαυμαστά που βλέπει μέσα από τα φίλτρα της φυσικής συστολής και ευαισθησίας που τον διακρίνουν.  Τις φωτογραφίες από το οδοιπορικό του τις συγκέντρωσε σε ένα λεύκωμα όπου τις κόλλησε σε φύλλα από μαύρο χαρτόνι και τις υπομνημάτισε με λευκό μελάνι. Το λεύκωμα περιλήφθηκε στο τμήμα του αρχείου του που ο ίδιος, ως Νικόλας Κάλας πλέον, αναγνωρισμένος ποιητής και τεχνοκριτικός, δώρισε στο ΕΛΙΑ και σήμερα φυλάσσεται στο Φωτογραφικό Αρχείο.
 
Σελίδα του λευκώματος από το οδοιπορικό του Νικόλα Κάλας στον Άθω το 1929. 
Κατουνάκια-Καρούλια σημειώνει επάνω αριστερά σαν τίτλο της σελίδας.
 
Ο Κάλας, αφού επισκέφθηκε όλες τις μονές, κατευθύνθηκε στη νοτιοδυτική πλευρά του Άθω με τις απόκρημνες πλαγιές, στη λεγόμενη έρημο του Αγίου Όρους. Από τα Καρούλια σκαρφαλώνει στα δυσπρόσιτα Κατουνάκια και φωτογραφίζει από μακρυά το "κελί του περιφήμου Δανιήλ", όπως σημειώνει στο λεύκωμα. Όταν φθάνει κοντά φωτογραφίζει και τον ίδιο τον Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη, τον ιδρυτή της αδελφότητας των Δανιηλαίων αγιογράφων και άξιων υπηρετών της ψαλτικής τέχνης. Είναι το μοναδικό ατομικό πορτρέτο σε όλο το λεύκωμα. Ο Κάλας έχει σταθεί σε απόσταση 4-5 μέτρων από τον γέροντα μοναχό. Με δεδομένο ότι ο Κάλας ήταν πολύ ψηλός τον φαντάζομαι να λυγίζει τα γόνατα, να χαμηλώνει, γονατιστός σχεδόν μπροστά στον γέροντα ώστε να μπορέσει να τον φωτογραφίσει εντελώς μετωπικά.
 
Ο οσιολογιώτατος Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης, σημείωσε με λευκό μελάνι πάνω στο μαύρο χαρτόνι του λευκώματος δίπλα στην φωτογραφία του οσίου Δανιήλ ο νεαρός ποιητής.

Ο γέροντας, αποστεωμένος, κοιτά τον φωτογράφο με αυστηρό, καρτερικό βλέμμα κάτω από το ρυτιδωμένο μέτωπο. Το κοντό μανίκι του ρούχου του αποκαλύπτει ένα σκελεθρωμένο καρπό που καταλήγει σε μία σφιγμένη παλάμη. Ίσως να κρατά κάποιο μαντήλι στο δεξί του χέρι. Στο βάθος της εικόνας, στα αριστερά, το αμπέλι έχει αγκαλιάσει τα δοκάρια του μπαλκονιού του κελιού.

Η αξία αυτής της φωτογραφίας μας επισημάνθηκε από τον ιερομόναχο Ιουστίνο Σιμωνοπετρίτη, τον ευχαριστούμε. Είναι η τελευταία εικόνα του γέροντα Δανιήλ που κοιμήθηκε λίγους μήνες αργότερα  σε ηλικία 83 ετών, στις 8 Σεπτεμβρίου 1929.

Φέτος τον Μάρτιο, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε την αγιοκατάταξη του Οσίου Δανιήλ του Κατουνακιώτη. Αναγράφηκε στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θα εορτάζεται στις 7 Σεπτεμβρίου.

 *στίχος από ποίημα του Κάλας


Βασιλική Χατζηγεωργίου

Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2020

Καημένος Λελιάν

Είναι βράδυ, Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 1896. Κάποιοι άνδρες ανεβαίνουν σκυφτοί τους πέντε ορόφους της ξύλινης σκάλας στο 39 της οδού Descartes στο Παρίσι. Φθάνουν σε ένα μικρό δωμάτιο κάτω από την επικλινή στέγη. Εκεί, σ' ένα κρεβάτι, κείτεται ο νεκρός του ποιητή Paul Verlaine. Λίγη ώρα πριν άφησε την τελευταία του πνοή. Οι άνδρες, ο Maurice Barrès, ο κόμης de Montesqiou, o Catulle Mendès, και κάποιοι νεότεροι, ήρθαν να αποχαιρετήσουν τον φίλο, μέντορα, εμπνευστή, τον μεγάλο ποιητή που μόλις έφυγε στα 51 του χρόνια. Είναι κι αυτοί ποιητές της μελαγχολίας, του παρνασσισμού, του συμβολισμού, όλα αυτά τα "κινήματα" τα οποία ενέπνευσε, διαπέρασε και ξεπέρασε ο νεκρός ποιητής. 

"Tον κλαίνε οι Μούσες και όλοι οι ποιητές", "πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι σημαντικές αλλαγές που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη γαλλική προσωδία προέρχονται απευθείας από τον Paul Verlaine", "αύριο θα θάψουμε τη σημαία μας",  "O Pauvre Lélian πέθανε...ήταν -ο τελευταίος σ' αυτό τον αιώνα του πρακτικού πνεύματος όπου και η τέχνη γίνεται ένα επάγγελμα όπως όλα τ' άλλα- ένας ποιητής, απλά και μόνο ποιητής, μ' άλλα λόγια μια καρδιά που τραγουδά, μια καρδιά που αισθάνεται, μια καρδιά που ανθίζει", έγραφαν τις επόμενες ημέρες ομόφωνες οι νεκρολογίες.

Pauvre Lélian ήταν ο αναγραμματισμός του ονόματός του, που ο ίδιος ο Βερλαίν υιοθέτησε ως σημάδι, ως αποτύπωμα, των βασανισμένων ημερών του.

Την λαμπρή είσοδο στα γράμματα το 1866 με την πρώτη ποιητική του συλλογή δημοσιευμένη στα 22 του χρόνια, ακολούθησαν περιπέτειες αντισυμβατικής ζωής θολωμένης από το αψέντι και το αλκοόλ, και προς το τέλος, κατευνασμένης από αίσθημα θρησκευτικής προσήλωσης. Ήταν μια ζωή που τη διέτρεξε παίζοντας διαρκώς μουσική με τις λέξεις. Κάποια από τα γραπτά του χαρακτηρίσθηκαν στην εποχή μας εθνικός θησαυρός από το γαλλικό κράτος. Οι φίλοι του τοποθέτησαν το 1919 αναμνηστική πλακέτα στο τελευταίο του σπίτι. 

Ήταν όμως αυτό το σπίτι του;

 Ένας παρισινός φωτογράφος, ο Paul Cardon (1858-1941) γνωστός ως Dornac (άλλος αναγραμματισμός) ή Paul Marsan, είχε την ιδέα να φωτογραφίσει τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών της εποχής του στο σπίτι τους. Η σειρά αυτή των πορτραίτων ονομάσθηκε Nos contemporains chez eux, γινόταν για 40 χρόνια, ανάμεσα στο 1877 και 1917, και γνώρισε μεγάλη επιτυχία με πολλές δημοσιεύσεις και αναπαραγωγές.

 Τρία πορτραίτα του Βερλαίν είναι γνωστά από αυτή τη σειρά. Και τα τρία είναι τραβηγμένα στο καφέ  François 1er, στον αριθμό 69 του boulevard Saint-Michel στο Παρίσι.

Η λίστα των καλλιτεχνών και λογοτεχνών που φωτογραφήθηκαν από τον Dornac περιλαμβάνει γύρω στα 150 ονόματα. Όλοι είναι φωτογραφημένοι στο εσωτερικό του σπιτιού τους. Μπροστά στο τζάκι, καθιστοί στο γραφείο, δίπλα σε ντραπερί και πολύτιμες ταπετσαρίες. Μόνον ο Βερλαίν είναι στο καφέ.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα περνούσε μεταξύ νοσοκομείων, ασύλων απόρων και καφέ. Ζούσε χάρη στη γενναιοδωρία των φίλων του. Στο δωμάτιο της οδού Ντεκάρτ ήταν φιλοξενούμενος μιας γυναίκας (συμπατριώτισσάς του έγραψαν οι εφημερίδες). 

Το καφέ, λοιπόν, διάλεξε σαν σπίτι του για να φωτογραφηθεί από τον Ντορνάκ.

  

Μελαγχολικά γερμένο το κεφάλι, κρατώντας την πένα, ασκεπής, το καπέλο ακουμπισμένο στην απέναντι καρέκλα, στη διπλανή οι εφημερίδες, με μαλλιά και γένια ατίθασα-αφρόντιστα, κάθεται στο δερμάτινο καναπεδάκι του καφέ. Πάνω στο τραπέζι μια καράφα με νερό, ένα ποτήρι με αψέντι (;) και δίπλα το μελανοδοχείο.

 Από αυτή τη φωτογραφία χαράχτηκε η χαλκογραφία που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Illustration στις 18 Ιανουαρίου 1896, οκτώ μέρες μετά την κηδεία του.

Η φωτογράφιση του Βερλαίν για τη συλλογή του Ντορνάκ έγινε γύρω στο 1892. Στο Φωτογραφικό Αρχείο έχουμε μια άλλη εκδοχή από την φωτογράφιση της ημέρας εκείνης.

 

 Ο ποιητής φορά το καπέλο, ακουμπά στον καθρέπτη πίσω σαν να ονειροπολεί ή να κοιμάται, οι εφημερίδες είναι πάνω στο τραπέζι και το ποτό στο ποτήρι είναι σκουρόχρωμο, πιθανώς κόκκινο κρασί.

 Στο χαρτόνι του πλαισίου, η κόκκινη σφραγίδα του φωτογράφου με τον τίτλο της σειράς: NOS CONTEMPORAINS CHEZ EUX. Οι σύγχρονοί μας στο σπίτι τους. 

Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διαβάζουμε τα ονόματα των προσωπικοτήτων που έχουν ήδη φωτογραφηθεί. Ο Βερλαίν βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων ονομάτων από τον συνομήλικο φίλο του Stéphane Mallarmé, ο οποίος χρωστά εν πολλοίς στον Βερλαίν την καθιέρωσή του.


 

 

 Ο  Mallarmé διαδέχθηκε τον Βερλαίν στον τίτλο Πρίγκηπας των ποιητών που διατηρούσε ο φτωχός Λελιάν μέχρι το θάνατό του. 

 

ΥΓ. Η πρώτη στροφή από το διάσημο ποίημα του Βερλαίν το τραγούδι του Φθινόπωρου (chanson d'automne),  ακούσθηκε τις πρώτες μέρες του Ιουνίου του 1944 από το ραδιόφωνο του Λονδίνου για να ανακοινωθεί κωδικά η απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία.

Les sanglots longs

Des violons 

    De l'automne

Blessent mon coeur

D'une langueur 

    Monotone

 

Πού να φανταζόταν ο Βερλαίν ότι 100 χρόνια μετά τη γέννησή του, οι στίχοι του θα διέσχιζαν τη Μάγχη φορτισμένοι με αλληγορικά μηνύματα, προάγγελοι μιας μεγάλης νίκης. 

Σας ευχόμαστε Καλό Φθινόπωρο,

 

Βασιλική Χατζηγεωργίου

Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Καλό καλοκαίρι!


Τα παιδιά, επιβάτες του φέρυ-μποτ Ρίου, Αντιρρίου, αγναντεύουν τη θάλασσα, χωρίς να υποψιάζονται ότι κάποιος τα φωτογραφίζει.  Στο βάθος διακρίνεται αμυδρά το Καστέλι του Αντιρρίου.Φωτογραφία-σλάϊντ του Χρήστου Ευελπίδη, το καλοκαίρι του 1969. Πριν τη γέφυρα που δεσπόζει σήμερα, το φέρυ μόνο ένωνε τις δύο ακτές. 



Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

J40: Αίγιο, πρωτομαγιά 1907


Αναμνηστική οικογενειακή φωτογραφία από την πρωτομαγιά του 1907 στο Αίγιο. 
(αρχείο οικογένειας Μεγαπάνου)

Με την νοσταλγική αυτή εικόνα της belle époque, αντιπροσωπευτικό πορτραίτο μιας μεγαλοαστικής  οικογένειας, κλείνουμε την σειρά των δημοσιεύσεων J που ξεκινήσαμε την 23η Μαρτίου με την έναρξη των προληπτικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Στο διάστημα αυτό έγιναν 22 δημοσιεύσεις, όλες από το σπίτι όπως επιβαλλόταν. Το ψηφιακό απόθεμα του Αρχείου, ευτυχώς πλούσιο, επέτρεψε αυτή την "τηλε-εργασία" αποδεικνύοντας για μία ακόμα φορά την σπουδαιότητά του. Εάν κάτι διδαχθήκαμε, είναι ότι η ψηφιοποίηση πρέπει να συνεχισθεί, γιατί μόνον έτσι μπορεί να διασφαλισθεί η διατήρηση των τεκμηρίων και η πρόσβαση σε αυτά.
 Σε λίγο θα λήξει η περίοδος της συλλογικής καραντίνας μας (40 ημέρες κράτησε, όνομα και πράγμα). Η έξοδος, πολυπόθητη για πολλούς, επίφοβη για άλλους θα εγκαινιάσει νέους τρόπους συμπεριφοράς και κοινωνικής συνεύρεσης. 
Για κάποιο διάστημα δεν θα είναι δυνατή η εκτέλεση ομαδικών πορτραίτων όπως αυτό που δημοσιεύουμε σήμερα. Δεν χρειάζεται όμως να θορυβηθούμε. Το κολάζ, είναι μία παλιά τεχνική, γνώριμη στους φωτογράφους, που τώρα την έχει αναλάβει το Photoshop. Από ατομικές φωτογραφίες θα δημιουργούνται οι ομαδικές, απλά και χωρίς περιορισμούς στο πλήθος των συμμετεχόντων. 
Ένα εξαιρετικό δείγμα κολάζ αποτελεί η παρακάτω εικόνα. 
Εδώ, τρεις φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκαν για να γίνει αυτό το οικογενειακό πορτραίτο.
Ο  μυστακοφόρος νέος, ομογενής στο Σικάγο, ζήτησε από τον φωτογράφο να τον "ενώσει" με τον πατέρα και τη σύζυγο ή την αδελφή. Η φωτογραφία, χρονολογημένη το 1908, είναι και αυτή της μπελ επόκ, όμως διαφορετικής ατμόσφαιρας από την προηγούμενη και άλλης κοινωνικής τάξης.





Βασιλική Χατζηγεωργίου
Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ